παραδείσια πτηνά

Όνομα με το οποίο χαρακτηρίζονται μερικά στρουθιόμορφα πουλιά της οικογένειας των παραδεισιδών, που ονομάστηκαν έτσι για την ωραιότητα του φτερώματός τους, που είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό στα αρσενικά. Τα πουλιά αυτά είναι διαδεδομένα σχεδόν μόνο στη Νέα Γουινέα και στα γειτονικά νησιά· το είδος που είναι πολύ γνωστό και περίφημο για την ομορφιά του είναι η παραδεισία η άπoδη (paradisea apoda), το όνομα της οποίας δικαιολογείται από την αρχαία συνήθεια των εμπειρικών ιθαγενών βαλσαμωτών να κόβουν τα πόδια της. Τα θηλυκά του πουλιού αυτού διαφέρουν από τα αρσενικά, που έχουν μέγιστο μήκος 45 εκ., γιατί στερούνται πλευρικών λοφίων και τα χρώματα του φτερώματος είναι λιγότερο ποικίλα και εντυπωσιακά. Το παραδείσιο αυτό ζει στα δάση των νησιών Άρου, Ν της δυτικής Νέας Γουινέας, και τρέφεται με καρπούς. Το αρσενικό της παραδεισίας του Ροδόλφου (paradisea rudolfl), που ζει στα ανατολικά όρη της Νέας Γουινέας, προκαλεί την προσοχή του θηλυκού μέσω μιας παράξενης παντομίμας: κρατιέται σε ένα κλαδί, στρέφει το σώμα ώσπου να φέρει το κεφάλι κάτω και έπειτα ξεδιπλώνει τα μεγάλα λοφία με τα γαλάζια φτερά, ανάμεσα στα οποία προβάλλουν δυο μακριά και λεπτά κεντρικά κωπαία φτερά. Ένα είδος με ράμφος πολύ μακρύ είναι η παραδεισία Σελευκίδης (padisea ignotus), με ποικιλόχρωμο φτέρωμα που στο μπροστινό μέρος του θώρακα σχηματίζει ένα μεγάλο περιστήθιο με φτερά που μπορούν να ανορθωθούν. Ένας άλλος παραδεισίδης, διαδεδομένος εκτός από τη Νέα Γουινέα και στην αυστραλιανή χερσόνησο του ακρωτηρίου Γιορκ, είναι η κρασπεδοφόρος η μεγαλοπρεπής (craspedophora magniflca), κοινώς «πουλί-ντουφέκι», μεγάλο σχεδόν σαν κοτσύφι. Το παράξενο κοινό όνομά του οφείλεται στο γεγονός ότι το σφύριγμα που κάνει δε διαφέρει και πολύ από τον ήχο που κάνει η σφαίρα του ντουφεκιού. Το παραδείσιο πουλί Σελευκίδης ο άγνωστος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • παραδείσιος — α, ο 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον παράδεισο 2. μτφ. αυτός που έχει τη λαμπρότητα και ευτυχία τού παραδείσου, θεσπέσιος, ονειρώδης («θάμπωνε η ματιά μου από μια λάμψη, γκαρδιακή και παραδείσια λάμψη», Κρυστ.) 3. φρ. «παραδείσια πτηνά» ή,… …   Dictionary of Greek

  • παραδεισίδες — Βλ. παραδείσια πτηνά …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.